Ο εμβολιασμός των ενηλίκων

0

Γεώργιος Θ. Δημόπουλος, πνευμονολόγος-εντατικολόγος, αναπληρωτής καθηγητής εντατικής θεραπείας της Ιατρικής
Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «ΑΤΤΙΚΟΝ»

O παγκόσμιος οργανισμός υγείας (Π.Ο.Υ.) εκτιμά ότι, έως το έτος 2050, ο αριθμός των ανθρώπων ηλικίας άνω των 60 ετών θα αυξηθεί σε περίπου 2 δισεκατομμύρια, σε σύγκριση με το έτος 2000, όπου στις αντίστοιχες ηλικίες αναλογούν 605 εκατομμύρια περίπου, ενώ τη τελευταία δεκαετία άρχισε να χρησιμοποιείται ο όρος «υγιής γήρανση» με σκοπό να αναδείξει τη μεγάλη σημασία της πρόληψης.

Η σημασία της σωστής διατροφής και της φυσικής δραστηριότητας είναι ευρέως γνωστή, ενώ η υγιής γήρανση αποτελεί μία δια βίου εφαρμογή προληπτικής υγιούς συμπεριφοράς, όπου περιλαμβάνονται οι εμβολιασμοί και οι διαγνωστικοί έλεγχοι. Ο εμβολιασμός έναντι ορισμένων λοιμωδών παραγόντων περιλαμβάνεται σ΄ όλη αυτή τη διαδικασία, γιατί με τη πάροδο της ηλικίας μειώνεται η ικανότητα του οργανισμού να καταπολεμά διάφορες λοιμώξεις και αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών νόσων.
Σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ., ο εμβολιασμός αποτελεί μία από τις πιο επιτυχημένες και οικονομικές υγειονομικές παρεμβάσεις, καθώς προλαμβάνει δύο έως τρία εκατομμύρια θανάτους ανά έτος, σε όλες τις ηλικίες, μειώνει τη νοσηρότητα και θνησιμότητα και βελτιώνει τη ποιότητα ζωής. Οι εμβολιασμοί σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και στην χώρα μας, έχουν βοηθήσει να εξαφανιστούν πολλά σοβαρά νοσήματα, με αποτέλεσμα τη μείωση των δεικτών θνησιμότητας και νοσηρότητας σε βρέφη, παιδιά και ενήλικες. Ο κίνδυνος, όμως, μετάδοσης αυτών των νοσημάτων σε επίνοσα άτομα (όλων των ηλικιών) είναι υπαρκτός, πολύ περισσότερο δε στη σημερινή εποχή, που ευδοκιμεί η αντιεμβολιαστική εκστρατεία και αυξάνεται το ποσοστό των γονέων, που αρνούνται να εμβολιάσουν τα παιδιά τους, αλλά και των ενηλίκων, που αρνούνται να εμβολιαστούν. Ειδικότερα για τους ενήλικες, τα ποσοστά συμμόρφωσης με τις συστάσεις εμβολιασμού παγκόσμια, αλλά και στη χώρα μας, παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο.
Βάσει όλων των προηγουμένων, ο εμβολιασμός των ενηλίκων διεθνώς θεωρείται πλέον επιβεβλημένος, με σκοπό να προληφθεί η εμφάνιση νοσημάτων, για τα οποία υπάρχουν εμβόλια. Για τους λόγους αυτούς, η εθνική επιτροπή εμβολιασμών, ακολουθώντας τις διεθνείς οδηγίες, θεώρησε σκόπιμο στο να καταρτίσει το πρόγραμμα εμβολιασμών ενηλίκων και για την χώρα μας, με σκοπό να υπάρχει ένας ενιαίος πίνακας αναφοράς για τους ιατρούς όλων των ειδικοτήτων (πίνακας 1).
Ας δούμε περισσότερο αναλυτικά κάποια από τα σημαντικότερα εμβόλια, που συστήνει το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών ενηλίκων.

Εμβόλιο κατά της γρίπης
Συστήνεται για όλους τους ενήλικες άνω των 60 ετών μια δόση αντιγριπικού εμβολίου κάθε χρόνο, με το εκάστοτε συνιστώμενο σκεύασμα (συστάσεις Π.Ο.Υ), που κυκλοφορεί στη χώρα μας. Επίσης, συστήνεται σε όλα τα άτομα, που ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρές επιπλοκές από τη γρίπη (πίνακας 2).

Ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρή λοίμωξη/επιπλοκές από τον ιό της γρίπης:
• Όλα τα άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω.
• Εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας (ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, λοιποί  εργαζόμενοι).
• Παιδιά και ενήλικες, που παρουσιάζουν έναν, ή περισσότερους, από τους παρακάτω επιβαρυντικούς παράγοντες, ή χρόνια νοσήματα:
✔ Χρόνιες νόσοι του αναπνευστικού συστήματος, όπου περιλαμβάνονται το βρογχικό άσθμα και η κυστική ίνωση.
✔ Καρδιακή νόσο με σοβαρές αιμοδυναμικές διαταραχές.
✔ Ανοσοκαταστολή (κληρονομική, ή επίκτητος εξαιτίας νοσήματος, ή θεραπείας).
✔ Μεταμόσχευση οργάνων.
✔ Δρεπανοκυτταρική νόσο (και άλλες αιμοσφαιρινοπάθειες).
✔ Σακχαρώδη διαβήτη, ή άλλο χρόνιο μεταβολικό νόσημα.
✔ Χρόνια νεφροπάθεια.
✔ Νευρομυϊκά νοσήματα.
✔ Έγκυες γυναίκες β΄ και γ΄ τριμήνου.
✔ Παιδιά που παίρνουν ασπιρίνη μακροχρόνια (π.χ. νόσος Kawasaki, ρευματοειδής αρθρίτιδα και άλλα) για τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου Reye μετά τη γρίπη.
✔ Άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με παιδιά <6 μηνών, ή φροντίζουν άτομα με υποκείμενο νόσημα, λόγω του οποίου διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών από τη γρίπη.
✔ Κλειστοί πληθυσμοί (προσωπικό και εσωτερικοί σπουδαστές γυμνασίων – λυκείων, στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών, ειδικών σχολείων, ή σχολών, τρόφιμοι και προσωπικό ιδρυμάτων κ.ά.).

Εμβολιασμός κατά του πνευμονιοκκόκου με συζευγμένο (PCV13), ή πολυσακχαριδικό (PPSV) πνευμονοκοκκικό εμβόλιο:
Συστήνεται εμβολιασμός όλων των ατόμων ηλικίας >50 ετών με μία δόση PCV13. Για τα άτομα ηλικίας 19-50 ετών συστήνονται 1-2 δόσεις PPSV, όταν τα άτομα αυτά ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρές πνευμονοκοκκικές λοιμώξεις (βλέπε ομάδες αυξημένου κινδύνου), ή ανήκουν στις κατηγορίες του πίνακα 2 (βλ. πίνακα 2).
Ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρές πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις:
• Παιδιά ηλικίας ≤ 5 ετών και ενήλικες >50 ετών
• Παιδιά, έφηβοι και ενήλικες, που παρουσιάζουν έναν, ή περισσότερους από τους παρακάτω επιβαρυντικούς παράγοντες, ή χρόνια νοσήματα:
✔ Συγγενείς ανεπάρκειες (κυρίως έλλειψη της IgG2).
✔ Ανοσοκαταστολή (κληρονομική, ή επίκτητα εξαιτίας νοσήματος, ή θεραπείας).
✔ Μειονεκτική λειτουργία σπληνός, ή ασπληνία π.χ. δρεπανοκυτταρική νόσος, υπερσπληνισμός, χειρουργική αφαίρεση του σπλήνα.
✔ Νεφρωσικό σύνδρομο, ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
✔ Σακχαρώδη διαβήτη, ή άλλο χρόνιο μεταβολικό νόσημα.
✔ Καρδιακή νόσο με σοβαρές αιμοδυναμικές διαταραχές.
✔ Χρόνιες νόσοι του αναπνευστικού συστήματος, όπου περιλαμβάνονται το βρογχικό άσθμα και η κυστική ίνωση.
✔ Χρόνιοι καπνιστές.
✔ Διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από συγγενείς, ή επίκτητες αιτίες.
✔ Κοχλιακά εμφυτεύματα.

Εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Β
Ο εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Β συστήνεται σε όλους τους επίνοσους ενήλικες, που δεν έχουν ένδειξη ανοσίας. Είναι όμως απαραίτητος στους ενήλικες, που ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου για μόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας Β (βλ. ομάδες αυξημένου κινδύνου, πίνακα 2). Σε ανεμβολίαστους, ή ατελώς εμβολιασμένους ενήλικες, χορηγούνται συνολικά 3 δόσεις του εμβολίου. Η 2η δόση χορηγείται 1 μήνα μετά την 1η δόση και η 3η δόση χορηγείται τουλάχιστον 2 μήνες μετά τη 2η δόση και τουλάχιστον 4 μήνες μετά την 1η. Ασθενείς σε αιμοδιάλυση, ή ανοσοκαταστολή λαμβάνουν 1 δόση (Recombivax) των 40μg/ml σε σχήμα 3 δόσεων (0,1,3 μήνες), ή 2 δόσεις των 20μg/ml (Engerix), που χορηγούνται ταυτόχρονα σε σχήμα 4 δόσεων (0,1,2 και 6 μήνες).

Εμβολιασμός κατά του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV)
Ο εμβολιασμός κατά του HPV γίνεται, είτε με το τετραδύναμο (HPV4), ή με το διδύναμο (HPV2) εμβόλιο. Συστήνεται, προς το παρόν, στην χώρα μας να εμβολιάζονται όλα τα θήλεα άτομα, που δεν έχουν ήδη εμβολιασθεί, ή που έχουν εμβολιασθεί ατελώς (με λιγότερες από 3 δόσεις) από την ηλικία των 11 – 12 ετών και μέχρι την ηλικία των 26 ετών. Το εμβόλιο HPV4 μπορεί επίσης να χορηγηθεί και σε αγόρια 9-26 ετών, κυρίως για την πρόληψη εμφάνισης των κονδυλωμάτων. Το πλήρες σχήμα για το HPV4 και HPV2 περιλαμβάνει 3 δόσεις. Η 2η δόση χορηγείται 1 – 2 μήνες μετά την 1η δόση. Ιδανικά, το εμβόλιο πρέπει να χορηγείται, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, πριν την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας και πιθανής έκθεσης στο HPV. Ωστόσο, και τα θήλεα άτομα που έχουν σεξουαλική δραστηριότητα, πρέπει να εμβολιάζονται με το HPV4, ή HPV2, γιατί τα εμβόλια αυτά περιέχουν τους κυρίως ογκογόνους τύπους του ιού 16 και 18. Έτσι, ακόμη και στην περίπτωση που έχουν ήδη μολυνθεί με κάποιον από τους τύπους του HPV (ακόμη και από αυτούς που περιλαμβάνονται στο εμβόλιο), προστατεύονται από τους υπόλοιπους ογκογόνους τύπους.

Εμβολιασμός κατά της διφθερίτιδας, τετάνου και κοκκύτη
Συστήνεται σε όλους τους ανεμβολίαστους ενήλικες, ανεξαρτήτως ηλικίας, να εμβολιάζονται πλήρως με 2 αρχικές δόσεις Td (εμβόλιο κατά του τετάνου και της διφθερίτιδας, σκεύασμα για ενήλικες) με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων και με μία 3η δόση, 6-12 μήνες μετά τη 2η δόση. Για τους ατελώς εμβολιασθέντες ενήλικες (αυτούς δηλαδή, που έχουν λάβει λιγότερες από 3 δόσεις) συστήνεται η συμπλήρωση των δόσεων, που δεν έγιναν (π.χ. 2 η 1 δόση Td επιπλέον. Ο εμβολιασμός και στις δύο περιπτώσεις συνεχίζεται με μια αναμνηστική δόση Td ανά 10ετία. Συστήνεται, όμως, αντικατάσταση μίας δόσης Td, είτε από τις τρείς αρχικές, είτε από τις ανά 10ετία αναμνηστικές, από μία δόση Tdap (εμβόλιο κατά του τετάνου, της διφθερίτιδας και το ακυτταρικό εμβόλιο κατά του κοκκύτη), ανεξαρτήτως ηλικίας, μέχρι 65 ετών. Για άτομα άνω των 65 ετών, ισχύουν οι ίδιες συστάσεις για εμβολιασμό με Td/Tdap, όταν τα άτομα αυτά έρχονται σε στενή επαφή με βρέφη (κάτω των 12 μηνών). Ωστόσο, ακόμη και για όλα τα άτομα άνω των 65 ετών, ανεξάρτητα με το αν έρχονται, ή όχι, σε στενή επαφή με βρέφη, σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες του 2011, μπορεί να ισχύει η οδηγία για 1 δόση Tdap αντί Td. Τέλος, πρέπει να εμβολιάζονται με 1 δόση Tdap, α) όλες οι γυναίκες μετά τον τοκετό, β) άτομα, που έρχονται σε στενή επαφή με βρέφη (κάτω των 12 μηνών), όπως π.χ. βρεφοκόμοι, οικιακές βοηθοί, γιαγιάδες/παππούδες και γ) υγειονομικό προσωπικό, που έρχεται σε επαφή με ασθενείς.
Στην Ελλάδα δεν κυκλοφορεί, προς το παρόν, το σκεύασμα ΤdaP.  Αντί για το σκεύασμα αυτό, μπορεί να χορηγείται 1 δόση TdaP-IPV.
Για να μπορέσει να ανατραπεί το σκηνικό της χαμηλής εμβολιαστικής κουλτούρας στην χώρα μας χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας, που στηρίζεται α) στην αλλαγή υπέρ της πρόληψης, μέσω του εμβολιασμού, η οποία θα επιφέρει σημαντικά οφέλη στην υγεία του κοινωνικού συνόλου, αλλά και στην οικονομία, με άμεσο (φαρμακευτική δαπάνη και νοσήλια) και έμμεσο τρόπο (χαμένες ημέρες εργασίας, επιβάρυνση οικογενειακού περιβάλλοντος ασθενούς, κ.λ.π.) και β) στην αλλαγή νοοτροπίας υπέρ της ασφάλειας των σύγχρονων εμβολίων.
Για να επιτευχθεί αυτή η αλλαγή, θα πρέπει να συνεργαστούν αρμονικά και αποτελεσματικά οι αρχές υγείας, οι επιστήμονες υγείας, η φαρμακοβιομηχανία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ας ξεκινήσουμε από εμάς, τους επιστήμονες υγείας.

Share.

About Author

Comments are closed.