Το πραγματικό δίλημμα της φαρμακευτικής πολιτικής

0

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε μια φαρμακευτική πολιτική που ταυτόχρονα με τη συγκράτηση της δαπάνης, να απαντά πειστικά και αποφασιστικά στο θεμελιώδες θέμα της κάλυψης των αναγκών των ασθενών και της προστασίας της δημόσιας υγείας με ποιοτικά ασφαλή φάρμακα. Επίσης όμως σημαντικό θέμα είναι αυτό της ανάπτυξης της εγχώριας παραγωγικής βιομηχανίας φαρμάκων, ενός υγιούς παραγωγικού κλάδου που τεκμηριωμένα αποτελεί μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος της φαρμακευτικής δαπάνης.

Το ζήτημα της αύξησης των φαρμακευτικών δαπανών επισημαίνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε όλα τα κράτη. Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου, αφού ανέλυσαν όλους τους παράγοντες που συντελούν στην αύξηση των δαπανών (βαθύτερα από την απλουστευτική προσέγγιση που θεωρεί την φαρμακευτική δαπάνη ως απλό γινόμενο τιμών επί όγκου), προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, επιλέγοντας εργαλεία και μέτρα ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες τόσο του υγειονομικού, όσο και του οικονομικού προτύπου κάθε κράτους. Έγιναν οι απαραίτητες πολιτικές επιλογές, αποφασίστηκαν οι αναγκαίες προσαρμογές και διαμορφώθηκε η φαρμακευτική πολιτική κάθε κράτους.

Στην Ελλάδα, για διάφορους λόγους, επιλέχθηκε η τακτική των βραχυπρόθεσμων λύσεων και της αποφυγής της ουσιαστικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Οι όποιες παρεμβάσεις εξαντλούνταν σε μέτρα τιμολόγησης και ειδικότερα στη μείωση της τιμής των γενόσημων φαρμάκων. Η ανυπαρξία φαρμακευτικής πολιτικής, η έλλειψη έλεγχων τόσο στη συνταγογράφηση όσο και στη διακίνηση των φαρμάκων, η αδικαιολόγητη υποκατάσταση των παλαιότερων με νεότερα – ακριβότερα φάρμακα (για τις ίδιες ενδείξεις), ταυτόχρονα με την προκλητή ζήτηση και την αδυναμία αξιολόγησης πραγματικών στοιχείων κατανάλωσης, είχαν σαν αποτέλεσμα την συνεχόμενη αύξηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης έως το 2009. Τη χρονιά αυτή η Ελλάδα αναδείχθηκε ως η χώρα με την υψηλότερη κατά κεφαλή φαρμακευτική κατανάλωση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη στα 5,09 δις €, ένα μέγεθος που δε δικαιολογείται ούτε από τη φυσιολογική γήρανση του πληθυσμού, ούτε από τα νοσολογικά – επιδημιολογικά πρότυπα (γράφημα 1).

graph01_opt graph02_opt

 

 

 

 

 

 

 

Γράφημα 1

Με αυτά τα δεδομένα, το φάρμακο τέθηκε σε επιτήρηση, αποτελώντας τομέα προτεραιότητας στο πλαίσιο της νέας μνημονιακής πραγματικότητας. Καθορίστηκαν αυστηροί οικονομικοί στόχοι και επιβλήθηκε μια σειρά βίαιων μέτρων επί δικαίων και αδίκων κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, με μόνο στόχο την περιστολή της δαπάνης στα επίπεδα που ορίζονται από το Μνημόνιο.

Όμως, δυστυχώς η συνταγή παραμένει το ίδιο αποπροσανατολιστική σε σχέση με την ουσία του προβλήματος. Το ενδιαφέρον εστιάζεται για μια ακόμη φορά επιλεκτικά στα γενόσημα φάρμακα: είναι άραγε ακριβά ή φθηνά, πόσο πραγματικά αξίζουν (σε σχέση με τι;), με ποιο τρόπο πρέπει να συνταγογραφούνται… Εντούτοις είναι ξεκάθαρο ότι η συζήτηση για τα γενόσημα, τόσο τώρα, όσο και κάθε φορά που τίθεται το θέμα της φαρμακευτικής δαπάνης είναι παραπλανητική.

Για μια ακόμη φορά, αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε την ουσία του προβλήματος, να αναγνωρίσουμε τη βαρύτητα και των υπόλοιπων συντελεστών και να εφαρμόσουμε μέτρα ουσιαστικού περιορισμού της δαπάνης: Την καθιέρωση προϋπολογισμών ανά κέντρο κόστους, τον έλεγχο του όγκου και του μείγματος της συνταγογράφησης, την καθιέρωση ασφαλιστικών τιμών / τιμών αναφοράς, τον έλεγχο της προκλητής ζήτησης, τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Άντ’ αυτού επιλέγουμε να εξαντλήσουμε το εργαλείο των τιμών – γεγονός με σημαντικές αρνητικές παρενέργειες – και να υιοθετήσουμε καταστροφικά μέτρα στο πλαίσιο μιας κυριολεκτικά ad hoc πολιτικής γενοσήμων, όπως η δυναμική τιμολόγηση ή η συνταγογράφηση με τη δραστική ουσία, μέτρα που συναντούν σημαντικές, απολύτως δικαιολογημένες- αντιδράσεις. Ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην ελληνική παραγωγική φαρμακοβιομηχανία, οι εξελίξεις αυτές αποτελούν την ίδια συνταγή που οδήγησε την εγχώρια παραγωγή φαρμάκων σε δραματική συρρίκνωση από το 55% της κατανάλωσης το 1990 σε μόλις 18% το 2011 (γράφημα 2).

graph02_opt

 

 

 

 

 

 

 

Γράφημα 2

Ποιο είναι άραγε το νόημα του μέτρου της δυναμικής τιμολόγησης, δηλαδή της απόδοσης χαμηλότερης τιμής για τα νέα γενόσημα (μετά τα 3 πρώτα που μπαίνουν στη αγορά), όταν είναι γνωστό ότι τα ελληνικά γενόσημα εγκρίνονται με σημαντική καθυστέρηση έναντι των αντίστοιχων εισαγόμενων;

Ποιο είναι το νόημα του διπλού μέτρου της υποχρεωτικής συνταγογράφησης με τη δραστική σε συνδυασμό με την επίσης υποχρεωτική αντικατάσταση με το φθηνότερο γενόσημο στο φαρμακείο, όταν για τις ίδιες ενδείξεις συνταγογραφούνται προστατευμένα με πατέντο σαφώς ακριβότερα φάρμακα; Μήπως τελικά οδηγούμαστε στη δημιουργία ασθενών δύο ταχυτήτων όπου μόνο οι «έχοντες» ακολουθούν τη σύσταση του γιατρού τους πληρώνοντας και το ανάλογο τίμημα;

 Ποιοι πραγματικά ευνοούνται, εκτός από τους μεγαλοεισαγωγείς φαρμάκων και πόσο τελικά θα κερδίσουν τα ασφαλιστικά ταμεία, αν τα παραγόμενα επώνυμα γενόσημα αντικατασταθούν από φθηνότερα εισαγόμενα από χώρες χαμηλού κόστους;

Παρόλο που το 2012 η κατά κεφαλή δημόσια δαπάνη για φάρμακα είναι σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σήμερα έπειτα από τρία χρόνια αναταραχής, ακόμη αναζητούμε φαρμακευτική πολιτική. Η φαρμακευτική δαπάνη ακολουθεί τους – πρέπει να τονιστεί – σκληρούς και αυθαίρετους στόχους του μνημονίου, με τη φαρμακοβιομηχανία, τους εταίρους της αλυσίδας διανομής και τους ασφαλισμένους να πληρώνουν το λογαριασμό σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας: Η μεν φαρμακοβιομηχανία, μέσω αλλεπάλληλων μειώσεων τιμών και της επιβολής ενός προβληματικού συστήματος πολλαπλών υποχρεωτικών επιστροφών στα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και του κουρέματος κατά 3/4 των ομολόγων που έλαβε υποχρεωτικά -εν τοις πράγμασι – έναντι χρεών των νοσοκομείων. Οι δε ασφαλισμένοι, μέσω αυξημένης συμμετοχής στο κόστος των φαρμάκων, αλλά και συχνά υποκείμενοι στην αγωνία των ελλείψεων και της ανεπαρκούς κάλυψης των αναγκών.

Όμως φαρμακευτική πολιτική είναι και Ανάπτυξη. Οι αναπτυξιακές δυνατότητες της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας τεκμηριώνονται από διάφορες ανεξάρτητες πηγές. Η σημαντική μελέτη της McKinsey για τον προσδιορισμό του νέου αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας στην ερχόμενη δεκαετία, αναδεικνύει την παραγωγή φαρμάκων σε αναδυόμενο αστέρα ικανού να συμβάλλει στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας του 2020. Η πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ για την αναπτυξιακή δυναμική της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας, ανέδειξε τις παραγόμενες προστιθέμενες αξίες και προχώρησε σε ποσοτικές εκτιμήσεις: Για κάθε 1.000 € που δαπανώνται σε ελληνικό φάρμακο το ΑΕΠ αυξάνεται κατά 3.420 €, μια πολλαπλασιαστική επίδραση χωρίς προηγούμενο στην ελληνική οικονομία.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, το δίλημμα δεν τίθεται μεταξύ γενοσήμων και πρωτοτύπων φαρμάκων αλλά μεταξύ εισαγόμενων και εγχωρίως παραγόμενων φαρμάκων.

 Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες θεωρούμε ως απολύτως εφικτό το στόχο της βιωσιμότητας ενός αποδοτικού ασφαλιστικού συστήματος, που θα εξασφαλίζει συνθήκες ισότητας και αποτελεσματικότητας για όλους, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής φαρμάκων, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

  • Ενίσχυση του ΕΟΦ.
  • Σταθερό σύστημα χρηματοροών για ΕΟΠΥΥ και ΕΣΥ.
  • Καθολική ηλεκτρονική διαχείριση του φαρμάκου, αλλά και συνολικά του κλάδου της υγείας.
  • Ανάλυση δεδομένων που αφορούν τη φαρμακευτική δαπάνη και έλεγχοι σε όλη την αλυσίδα παραγωγής / διανομής / διάθεσης του φαρμάκου.
  • Σταθερό πλαίσιο φαρμακευτικής πολιτικής με ρεαλιστικούς στόχους και κατάλληλα εργαλεία: (τιμολόγηση / αποζημίωση μέσω ασφαλιστικών τιμών αναφοράς / φαρμακοοικονομική αξιολόγηση των νέων θεραπειών / προϋπολογισμοί ανά θεραπευτική κατηγορία / καθιέρωση δεσμευτικών συνταγογραφικών οδηγιών / κίνητρα χρήσης ισοδύναμων οικονομικότερων θεραπευτικών επιλογών / επώνυμη συνταγογράφηση).
  • Κίνητρα για την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής και των επενδύσεων.
  • Οργάνωση του κατάλληλου πλαισίου για την ενίσχυση της έρευνας.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε μια φαρμακευτική πολιτική που ταυτόχρονα με τη συγκράτηση της δαπάνης, να απαντά πειστικά και αποφασιστικά στο θεμελιώδες θέμα της κάλυψης των αναγκών των ασθενών και της προστασίας της δημόσιας υγείας με ποιοτικά ασφαλή φάρμακα. Επίσης όμως σημαντικό θέμα είναι αυτό της ανάπτυξης της εγχώριας παραγωγικής βιομηχανίας φαρμάκων, ενός υγιούς παραγωγικού κλάδου που τεκμηριωμένα αποτελεί μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος της φαρμακευτικής δαπάνης.

Share.

About Author

διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων ΕΛΠΕΝ και εντεταλμένος σύμβουλος της ΠΕΦ

Leave A Reply

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.