Συνέντευξη: Οδυσσέας – Ιωάννης Ζώρας

0

Οδυσσέας – Ιωάννης Ζώρας
MD, PhD, FACS, Καθηγητής Χειρουργικής Ογκολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Διευθυντής Κλινικής Χειρουργικής Ογκολογίας, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, Διευθυντής Διιδρυματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ογκολογίας (Από την Ογκογένεση στην Θεραπεία), Πρόεδρος ΔΕ Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, τ. Πρύτανης Πανεπιστημίου Κρήτης

Συνέντευξη / Κοσμάς Ζακυνθινός

Μονόδρομος οι συμπράξεις Δημοσίου & Ιδιωτικού Τομέα στα δημόσια νοσοκομεία
Η μεγάλη πρόκληση

Η αποδημία επιστημονικού δυναμικού έχει εκτακτικές συνέπειες, όπως επισημαίνει ο κ. Οδυσσέας – Ιωάννης Ζώρας, υπογραμμίζοντας πως «δεν αναφέρομαι μόνο στην προφανή συνέπεια που σχετίζεται με το γεγονός ότι η Ελλάδα επένδυσε στην εκπαίδευση των νέων επιστημόνων και τα return rates αυτής της επένδυσης τα αποκομίζουν άλλες χώρες. Υπάρχουν συνέπειες που αφορούν σειρά ζητημάτων, όπως το ασφαλιστικό και τις υποδομές. Τελικά, η ίδια η χώρα “χάνει” σημαντικό τμήμα του δυναμικότερου, υψηλών προσόντων, ανθρώπινου δυναμικού της. Προφανώς το brain gain είναι ένας φιλόδοξος αλλά και εντελώς απαραίτητος στόχος».

Κύριε Ζώρα, το τελευταίο διάστημα εντείνονται οι αναφορές περί ιδιωτικών κεφαλαίων και Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα στα δημόσια νοσοκομεία. Κρίνεται πως βρίσκεται προς τη σωστή κατεύθυνση αυτή η προσέγγιση;
Η υλοποίηση των συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα στα δημόσια νοσοκομεία αποτελεί πρόκληση αλλά και μονόδρομο στην Ελλάδα, μετά την εμπειρία των προηγούμενων χρόνων και τη βαθιά κρίση που βίωσε η χώρα και στον τομέα της υγείας. Έτσι, η σύμπραξη αυτή, θα μπορούσε να υλοποιηθεί τόσο στον τομέα των υποδομών, όσο και σε αυτό της καθημερινής διαχείρισης των νοσοκομείων.
Όσον αφορά στην πρώτη, δηλαδή αυτή των υποδομών, με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν ικανά κεφάλαια για την κατασκευή νοσοκομείων σε μεγάλη κλίμακα ανά την επικράτεια, με τη διαδικασία αυτή το κόστος κατασκευής για το ελληνικό δημόσιο, επιμερίζεται σε βάθος χρόνου, ενώ παράλληλα εξασφαλίζεται η συνεχής και αποτελεσματική συντήρησή τους.
Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε, τη γνωστή σε όλους εμπειρία του κτηρίων που κατασκευάζονται με μεγάλες εκπτώσεις και στη συνέχεια αφήνονται στην τύχη τους.

Όσον αφορά στο δεύτερο, με την υλοποίηση της σύμπραξης, η καθημερινή διαχείριση της καθαριότητας, της φύλαξης και της συντήρησης των κτηρίων, στοιχειωδών δηλαδή παροχών, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα (τριάντα και πλέον έτη) είναι εξασφαλισμένη, χωρίς η διοικητική υποστήριξη του νοσοκομείου να αναλώνεται σε ατέρμονες και συνεχείς διαγωνιστικές διαδικασίες για την εξασφάλιση των παροχών αυτών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λειτουργία ενός νοσοκομείου με σύγχρονες υποδομές και συνεχή υποστήριξη θα είναι αυτή που από το σκοπό του καλείται να επιτελέσει: Της σύγχρονης και αποτελεσματικής παροχής υγειονομικής περίθαλψης.
Όπως γίνεται αντιληπτό, μέσα σε αυτό το πλαίσιο το κράτος, θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει μια αξιόπιστη κοινωνική πολιτική, αλλά και να παρέχει στους πολίτες υψηλής ποιότητας υγειονομική περίθαλψη.

Το ζήτημα ανάπτυξης κλινικών μελετών στην Ελλάδα παραμένει ένα μεγάλο «αγκάθι» για την επιστημονική κοινότητα. Ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν έτσι ώστε να αυξηθεί και το μέγεθος και η αξία;
Η ανάπτυξη κλινικών μελετών δεν είναι τεράστιας σημασίας ζήτημα μόνο για την επιστημονική κοινότητα, δηλαδή για τους επαγγελματίες υγείας, αλλά και για τους ασθενείς, τις οικογένειές τους, το κράτος. Είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό θέμα για όλη την χώρα.
Ένα εθνικό σχέδιο, με όραμα και βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα πλάνα, μια στοχευμένη προσπάθεια από την Πολιτεία να τροποποιήσει έτσι το νομοθετικό πλαίσιο, ώστε η Ελλάδα να γίνει κέντρο αναφοράς στην διεξαγωγή κλινικών μελετών θα ήταν θεμελιώδους σημασίας.
Έλληνες επιστήμονες με διεθνή αναγνώριση και διακρίσεις, με κάθε ευκαιρία τονίζουν την μεγάλη σημασία να γίνουν συγκεκριμένα βήματα ώστε η Ελλάδα να διευκολύνει σημαντικά την διενέργεια κλινικών μελετών. Σαφώς χρειάζεται πολιτική βούληση, εκσυγχρονισμός των σχετικών εμπλεκόμενων υπηρεσιών, μείωση της γραφειοκρατείας, επιτάχυνση των εγκριτικών διαδικασιών. Υπάρχουν εμπόδια, αλλά δεν είναι ανυπέρβλητα.
Σήμερα, με την δυσκολία που αντιμετωπίζουμε στην πρόσβαση σε νέα καινοτόμα φάρμακα, με τους νέους γιατρούς να φεύγουν από την χώρα, οι κλινικές μελέτες θα αποτελούσαν έναν ακόμα τρόπο προς την επίλυση των ανωτέρω προβλημάτων. Ενώ κανείς δεν θα πρέπει να ξεχνά και το θετικό οικονομικό πρόσημο που θα άφηναν, μια και αποτελούν μια σημαντική και μοναδική ευκαριά επένδυσης και ανάπτυξης.
Οι κλινικές μελέτες, εκτός όλων των άλλων, θα εξασφάλιζαν εισροή κεφαλαίου, νέες επενδύσεις, θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας για το εξειδικεύμενο ανθρώπινο δυναμικό, θα βοηθούσαν στον εκσυγχρονισμό των ιατρικών τμημάτων των νοσοκομείων και παράλληλα, και κυρίως, θα βοηθούσαν έτσι ώστε οι ασθενείς στην Ελλάδα να έχουν ταχεία και δωρεάν πρόσβαση σε ό,τι πιο καινούριο και καινοτόμο υπάρχει παγκοσμίως. Ελπίζω ότι με τις παρούσες συγκυρίες θα δούμε γρήγορα τα σωστά βήματα να υλοποιούνται.

Περισσότεροι από 17.500 νέοι γιατροί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα την τελευταία δεκαετία, αναζητώντας εργασιακό « καταφύγιο» στο εξωτερικό. Εκτιμάται ότι μπορούν να δοθούν κίνητρα προκειμένου να αλλάξει το «κλίμα»;
Δεν χωρά αμφιβολία ότι το brain drain αποτελεί μια ανοικτή πληγή για τη χώρα μας και συνιστά μια από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της Κρίσης και της Ύφεσης.
Η αποδημία επιστημονικού δυναμικού (συμπεριλαμβανομένων φυσικά και νέων γιατρών) έχει εκτακτικές συνέπειες. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην προφανή συνέπεια που σχετίζεται με το γεγονός ότι η Ελλάδα επένδυσε στην εκπαίδευση των νέων επιστημόνων και τα return rates αυτής της επένδυσης τα αποκομίζουν άλλες χώρες.
Πολύ περισσότερο υπάρχουν συνέπειες που αφορούν σειρά ζητημάτων, όπως το ασφαλιστικό και τις υποδομές. Τελικά η ίδια η χώρα «χάνει» σημαντικό τμήμα του δυναμικότερου, υψηλών προσόντων, ανθρώπινου δυναμικού της. Προφανώς το brain gain είναι ένας φιλόδοξος αλλά και εντελώς απαραίτητος στόχος.
Τα κίνητρα που πρέπει να δοθούν σχετίζονται με τις αιτίες του προβλήματος. Και αυτές δεν εξαντλούνται μόνο στα σημαντικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, αλλά και σε ζητήματα που έχουν αναδείξει σειρά ερευνών, όπως η έλλειψη αξιοκρατίας, σύμφωνα με τους ίδιους τους νέους που μεταναστεύουν.
Ειδικά στην περίπτωση των γιατρών, μια ουσιώδης μεταρρύθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (συμπεριλαμβανόμενης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας), συνοδευόμενη με μια ορθολογική πολιτική προσλήψεων νέων γιατρών, αλλά και αναβάθμισης των συνθηκών εργασίας τους είναι παραπάνω από απαραίτητη. Υπάρχουν όμως και άλλα κίνητρα που πρέπει να δοθούν, ειδικά σε ό,τι αφορά στους ελεύθερους επαγγελματίες, ώστε να ενθαρρυνθούν νέοι επιστήμονες και ειδικά γιατροί να επιστρέψουν. Κι αυτά σχετίζονται με τη μεταρρύθμιση του φορολογικού καθεστώτος και την ουσιώδη μείωση της υπερφορολόγησης και των συναφών υπέρογκων (π.χ. ασφαλιστικών) εισφορών.
Διαπιστώνοντας ότι η Κυβέρνηση δείχνει να δίνει έμφαση στην ανάπτυξη, αλλά και στη μείωση της φορολογίας, εκτιμώ ότι αρχίζουν και διαμορφώνονται κάποιες προϋποθέσεις για να αλλάξει το «κλίμα». Υπάρχουν όμως πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα, ώστε να δοθεί το μήνυμα στους νέους μας ότι η Ελλάδα αλλάζει και αξίζει να επιστρέψουν.

Τι πιστεύετε ότι θα πρέπει να αλλάξει στο «μέτωπο» της Υγείας και της Παιδείας στη χώρα μας έτσι ώστε να αποτελέσει πραγματική επένδυση εθνικής συνένωσης και συνεννόησης;
Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και την αντίστοιχη έρευνα της Eurostat, ποσοστό 11% των δαπανών ενός μέσου νοικοκυριού στην Ελλάδα αφορά σε δύο βασικά αγαθά: την εκπαίδευση και την υγεία, τα οποία υποτίθεται ότι είναι δωρεάν.
Ειδικότερα το 2018, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ποσοστό 7,5%, αφορά σε δαπάνες για την υγεία, παρουσιάζοντας αύξηση 4,5% σε σχέση με το 2017, ενώ, για την εκπαίδευση το αντίστοιχο ποσοστό αφορά στο 3,2% του οικογενειακού προϋπολογισμού. Είναι προφανές, ότι με αυτά τα οικονομικά δεδομένα η προσπάθεια για την καλυτέρευση των δύο αυτών τομέων δεν μπορεί παρά να αποτελέσει προϊόν εθνικής συνεννόησης. Κι αυτό γιατί η προσπάθεια προϋποθέτει αύξηση των πόρων, όρος απαραίτητος για την υλοποίηση ενός εθνικού σχεδίου για την υγεία και την παιδεία. Προϋποθέτει, όμως και ενδυνάμωση και υποστήριξη του υπάρχοντος έμψυχου δυναμικού για να υποστηριχθεί το σχέδιο αυτό, κίνητρα σε νέους επιστήμονες, καλύτερη οργάνωση και αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών και κατασκευή νέων.
Το εθνικό σχέδιο θα πρέπει, εκτός των άλλων, να επικεντρωθεί στην καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας, στις προοπτικές εξέλιξης των εργαζομένων και των επιστημόνων με όρους αξιοκρατικούς και στην εδραίωση μόνιμου και σταθερού θεσμικού περιβάλλοντος. Μέλημά του θα αποτελεί στον τομέα της υγείας η διασφάλιση του δικαιώματος των Ελλήνων πολιτών να έχουν απρόσκοπτη και ισότιμη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, ενώ όσον αφορά στην παιδεία, το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει την πραγματική γνώση σε όλες τις βαθμίδες του.
Το εθνικό σχέδιο θα πρέπει να αποσκοπεί στην αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας τόσο σε μεσοπρόθεσμο, όσο και σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, μέσα από αυτούς του τομείς. Θα πρέπει έτσι να υπάρξουν αλλαγές, όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο, αλλά και στο κοινωνικό και διοικητικό πλαίσιο για τη δημιουργία ενός βιώσιμου, ικανοποιητικού και αποτελεσματικού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη της παιδείας και της υγείας στον τόπο μας.

Αξιολογώντας την πολιτική που εφαρμόζει η ηγεσία του υπουργείου Υγείας σήμερα, ποιες είναι οι «συστάσεις» και οι «προτεραιότητες» που θα δίνατε έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν καίρια ζητήματα της δημόσιας Υγείας;
Τα δυσεπίλυτα προβλήματα στο χώρο της δημόσιας Υγείας, διαρκούν δυστυχώς πολλά χρόνια. Πέραν των προτάσεων για αλλαγή θεσμών και διαδικασιών που κατά καιρούς προβάλλονται ή προσπαθούν με φιλότιμες, αλλά όχι πάντα αποτελεσματικές, να υλοποιηθούν πρέπει να ξαναϊδωθούν τα θέματα της λειτουργίας και της οργάνωσης του χώρου.
Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της δημόσιας υγείας για τα έτη 2016-2020 επικεντρώθηκε στην παροχή κινήτρων και στις δράσεις συνεργασίας, με στόχους, ανάμεσα σε άλλους, την επίτευξη καλύτερης σχέσης κόστους/ αποτελεσματικότητας, την ανταγωνιστικότητα και ταυτόχρονα την ασφάλεια, τη χάραξη πολιτικής βάσει στοιχείων κ.λπ.
Έτσι, η ανακατανομή των πόρων με εκτίμηση κόστους οφέλους, αλλά και η νομοθέτηση των θεσμικών αλλαγών που διασφαλίζουν συνθήκες διαφάνειας και υγιούς ανταγωνισμού αποτελεί το κλειδί για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι, χωρίς παράλληλα να αγνοούνται οι υφιστάμενες δημοσιονομικές δυσκολίες. Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο στοίχημα, αποτελεί η προσπάθεια επαναπατρισμού των νέων Ελλήνων επιστημόνων και η αποτροπή περαιτέρω εκπατρισμού τους.

Εντείνονται οι προσπάθειες προκειμένου να καταστεί ελκυστικός ο ιατρικός τουρισμός στην Ελλάδα. Εκτιμάται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις – κίνητρα για την προσέλκυση επενδύσεων αλλά και ο απαιτούμενος κεντρικός συντονισμός που θα καταστήσει την προσπάθεια ολοκληρωμένη και αποδοτική;
Τα τελευταία χρόνια ο τουρισμός υγείας προβάλλεται ως προνομιακός χώρος για επενδύσεις στην Ελλάδα και αυτό διότι η χώρα μας έχει μακρά παράδοση στο χώρο του τουρισμού παγκοσμίως.
Ο «διεθνής ασθενής» αναζητά οικονομικά και ποιοτικά ανταγωνιστική περίθαλψη από αυτή της πατρίδας του συνδυάζοντάς την με αναψυχή. Τα δυνητικά οφέλη είναι πολλαπλά, τόσο για τον ασθενή, όσο και για τον παροχό της περίθαλψης, τους επαγγελματίες υγείας και το κράτος.
Εντούτοις, πολλές είναι και οι προϋποθέσεις, τα εμπόδια και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από την απροετοίμαστη μαζική προσφορά Ιατρικού Τουρισμού. Καταρχήν, οφείλει να είναι ξεκάθαρο το θεσμικό και νομικό πλαίσιο της χώρας, ώστε ο ασθενής να καλύπτεται πλήρως στην περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών από τις θεραπείες ή ιατρικά λάθη, με όρους που αντιστοιχούν στη ζωή που διάγει στην πατρίδα του.
Θα πρέπει να ρυθμίζεται, να ελεγχεται και να αξιολογείται η συνεργασία των παροχών φροντιδας υγείας με τις τουριστικές υπηρεσίες. Πολλώ δε μάλλον, θα πρέπει να διασφαλίζεται, να επιτηρείται και να δημοσιοποιείται ποιότητα των ιατρικών πράξεων όπως συμβαίνει στα ιατρικά κέντρα του δυτικού κόσμου.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντικειμενικό σύστημα πιστοποίησης της επάρκειας των χειρουργών, κανένα σύστημα δια βίου εκπαίδευσης των ιατρών και καμία συστηματική καταγραφή των θεραπευτικών αποτελεσμάτων. Άρα τί προϊόν ετοιμαζόμαστε να προσφέρουμε;
Τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία θα πρέπει να μεταμορφωθούν για να διαδραματίσουν ρόλο στον Ιατρικό Τουρισμό και να ωφεληθούν από αυτόν. Επιπροσθέτως, υπάρχουν πολύπλοκα και αμφιλεγόμενα ζητήματα βιοηθικής που αφορούν στην γονιμότητα, γενετικές θεραπείες και μεταμοσχεύσεις αλλά και σε προχωρημένες ογκολογικές θεραπείες, οι οποίες δεν επιτρέπονται στην πατρίδα του «Διεθνούς Ασθενούς». Οι χώρες οι οποίες πρωτοστατούν στον Ιατρικό Τουρισμό φαίνεται ότι διακρινονται σε εκείνες που προσφέρουν κυρίως υψηλής ποιότητας φροντίδα υγείας και σε εκείνες που προσφέρουν τα φτηνότερα πακέτα. Η θέση της Ελλάδας δεν θα πρέπει να είναι στη δεύτερη κατηγορία.

Όσον αφορά το επιστημονικό πεδίο, ποια η πρόοδος που εμφανίζει η χειρουργική ογκολογία τα τελευταία χρόνια και πως οι νέες τεχνολογίες εισαγάγουν νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις;
Η χειρουργική ογκολογία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, τόσο στη διάγνωση, όσο και στη θεραπευτική αντιμετώπιση των νεοπλασιών. Είναι απαραίτητη για την ιστολογική διάγνωση της νόσου και βοηθά στη θεραπευτική αντιμετώπιση, αφενός ως κύρια αρχική θεραπεία στους περισσότερους συμπαγείς όγκους και αφετέρου στην αντιμετώπιση της μεταστατικής νόσου σε επιλεγμένες περιπτώσεις, αλλά και σε αντιμετώπιση επιπλοκών κατά την διάρκεια της συστηματικής θεραπείας. Θεμελιώδης αρχή της χειρουργικής ογκολογίας είναι η προσεκτική επιλογή των ασθενών που πρόκειται να ωφεληθούν από το χειρουργείο, η οποία βασίζεται στον ενδελεχή προεγχειρητικό έλεγχο και στην εξειδικευμένη γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε νεοπλασίας.
Στον προεγχειρητικό έλεγχο, απεικονιστικές εξετάσεις, όπως η αξονική τομογραφία, η μαγνητική τομογραφία και η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) παίζουν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην προεγχειρητική σταδιοποίηση της νεοπλασίας και στο σχεδιασμό της χειρουργικής θεραπείας.

Τα τελευταία χρόνια αυξανόμενη διαγνωστική αξία αποκτούν μέθοδοι ενδοσκοπικής υπερηχοτομογραφίας του ανωτέρου και κατωτέρου πεπτικού, όπως το διοισοφάγειο και το διορθικό υπερηχογράφημα, δίνοντας σημαντικές πληροφορίες τόσο για τη μορφολογία των όγκων, όσο και για το ενδεχόμενο επέκτασής τους σε πέριξ όργανα και δομές.
Η ακριβής παθολογοανατομική διάγνωση είναι ουσιώδης για τη σωστή αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο. Μέσω της βιοψίας γίνεται ο καθορισμός του ιστολογικού τύπου και του βαθμού κακοήθειας του πρωτοπαθούς όγκου που έχει μεγάλη σημασία, τόσο για το χειρουργό, όσο και για τον παθολόγο ογκολόγο, αλλά και άλλων παραγόντων, όπως για παράδειγμα η παρουσία οιστρογονικών υποδοχέων για τον καρκίνο του μαστού.
Η βιοψία δια λεπτής βελόνης (FNA) είναι πολύ σημαντική στη διερεύνηση για παράδειγμα των ογκιδίων του μαστού, με ψευδώς θετικά αποτελέσματα κάτω από το 1% και ψευδώς αρνητικά μεταξύ 5-10%. Η ευαισθησία της βιοψίας με λεπτή βελόνη είναι αρκετά μεγαλύτερη σε παρακεντήσεις λεμφαδένων ή θυρεοειδικών όζων. Η τεχνική είναι σύντομη, ελάχιστα επεμβατική χωρίς να απαιτείται νοσηλεία του ασθενούς, ενώ η πληροφορία που δίνει είναι αρκετά λεπτομερής, αν πρόκειται για ψηλαφητές βλάβες.
Τα τελευταία 20 χρόνια η σημαντική ανάπτυξη των ενδοσκοπικών επεμβάσεων έχει αλλάξει σημαντικά την προσέγγιση των ενδαυλικών και ενδοκοιλοτικών βλαβών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρήση της κολονοσκόπησης για τη διάγνωση του καρκίνου του παχέος εντέρου, της γαστροσκόπησης για τη διάγνωση νεοπλασιών του ανωτέρου πεπτικού, της βρογχοσκόπησης για τον καρκίνο του πνεύμονα, της κυστεοσκόπησης για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης ή της κολποσκόπησης για τη διάγνωση νεοπλασιών του κόλπου και του κατώτερου τραχήλου της μήτρας. Η λαπαροσκόπηση αποτελεί επαρκή διαγνωστική εξέταση για τη σταδιοποίηση νεοπλασιών όπως ο καρκίνος του παγκρέατος ή των ωοθηκών.
Η βιοψία του λεμφαδένα φρουρού αποτελεί σημαντική διαγνωστική εξέταση η οποία δίνει πληροφορίες για την κατάσταση των επιχώριων λεμφαδένων. Στηρίζεται στη θεωρία ότι ο λεμφαδένας φρουρός είναι ο 1ος λεμφαδένας ο οποίος λαμβάνει λεμφική παροχέτευση από το σημείο του όγκου. Εάν αυτός ο λεμφαδένας είναι ελεύθερος νόσου, η πιθανότητα ανεύρεσης διηθημένων άλλων επιχωρίων λεμφαδένων είναι πολύ μικρή.
Οι λεμφαδενεκτομές αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο της χειρουργικής ογκολογίας και διακρίνονται σε διαγνωστικές και θεραπευτικές. Οι διαγνωστικές αφορούν συνήθως σε ασθενείς με αψηλάφητους κλινικά λεμφαδένες και θετικούς λεμφαδένες φρουρούς και είναι σημαντικές στη σταδιοποίηση του όγκου ενώ επιμηκύνουν σημαντικά το ελεύθερο τοπικής υποτροπής διάστημα σε ορισμένες νεοπλασίες. Η αφαίρεση επαρκούς αριθμού λεμφαδένων, ανάλογα με την ανατομική θέση, είναι σημαντική, ώστε η πληροφορία σταδιοποίησης να είναι αξιοπιστη.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις απεικονιστικές εξετάσεις, τις βιοψίες και τις λεμφαδεκτομές χρησιμοποιούνται για τη σταδιοποίηση των ασθενών, δηλαδή για την κατάταξή τους σε ομοιογενείς προγνωστικά ομάδες. Το πιο γνωστό σύστημα σταδιοποίησης του καρκίνου είναι ΤΝΜ. Το σύστημα αυτό αξιολογεί 3 σημαντικές παραμέτρους του όγκου. Το μέγεθος, τα ιστολογικά χαρακτηριστικά και τη σχέση του πρωτοπαθούς όγκου με πέριξ δομές και όργανα (Τ). Την κατάσταση των επιχώριων λεμφαδένων (Ν) και την παρουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων (Μ).
Ένα άλλο πεδίο της χειρουργικής ογκολογίας αποτελεί η εκτομή των απομακρυσμένων μεταστάσεων, ζήτημα αμφιλεγόμενο όσον αφορά στην αποτελεσματικότητά της στην αύξηση της ολικής επιβίωσης, σε επιλεγμένους όμως ασθενείς και καρκίνους σχετίζεται με μακροπρόθεσμη επιβίωση, όπως για παράδειγμα στις ηπατικές μεταστάσεις ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου. Η μεταστασεκτομή πρέπει να συζητείται σε περίπτωση ολιγάριθμών μεταστάσεων σε 1-2 όργανα και σε ασθενείς με αργή εξέλιξη της νόσου.
Οι περιοχικές ογκοθεραπείες, μέρος της χειρουργικής ογκολογίας και αυτές, απευθύνονται κυρίως σε ασθενείς με μη εξαιρέσιμους όγκους, είναι χρήσιμες για τον τοπικό έλεγχο της νόσου και μπορεί να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση από τη συμπτωματολογία της. Επίσης, μπορεί να καταστήσουν τελικά εφικτή την χειρουργική εκτομή του όγκου όταν χρησιμοποιούνται ως προεγχειρητικές θεραπείες (neo-adjuvant). Οι σημαντικότερες από τις περιοχικές χημειοθεραπείες είναι η τοπική ενδαρτηριακή χημειοθεραπεία των άκρων, του ήπατος, της πυέλου και, πρόσφατα, του πνεύμονα και οι μέθοδοι καταστροφής του όγκου είναι η κρυοχειρουργική, η καταστροφή του όγκου με ραδιοσυχνότητες, με LASER, με ηλεκτροπηξία και με εμφύτευση ακτινοθεραπευτικών υλικών.
Οι ογκομειωτικές επεμβάσεις έχουν σαν στόχο τη μείωση του όγκου του πρωτοπαθούς καρκίνου και των μεταστάσεών του, η οποία μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργία των οργάνων, την ανταπόκριση στην συστηματική χημειοθεραπεία και την ποιότητα ζωής προσεκτικά επιλεγμένων ασθενών.

Συμπερασματικά, η χειρουργική ογκολογία διαθέτοντας ένα ευρύ φάσμα διαγνωστικών και θεραπευτικών μεθόδων αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολυδιάστατης αντιμετώπισης της νεοπλασίας. Η δημιουργική συνεργασία του χειρουργού ογκολόγου με τον παθολόγο ογκολόγο, τον ακτινολόγο, τον παθολογοανατόμο και το πλήθος των άλλων ειδικοτήτων που εμπλέκονται στη σύγχρονη αντιμετώπιση του ασθενούς με καρκίνο έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι βελτιώνει την παρεχόμενη φροντίδα υγείας και βελτιστοποιεί το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Τα τακτικά ογκολογικά συμβούλια τα οποία λειτουργούν στα σύγχρονα νοσοκομεία αποτελούν το πιο χρήσιμο και αποτελεσματικό όργανο διαχείρισης των ογκολογικών ασθενών.

Share.

About Author

Comments are closed.